βλέφαρον

βλέφαρον
eyelids
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλεφάροιν — βλέφαρον eyelids neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροιο — βλέφαρον eyelids neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροις — βλέφαρον eyelids neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροισι — βλέφαρον eyelids neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροισιν — βλέφαρον eyelids neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάρου — βλέφαρον eyelids neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάρων — βλέφαρον eyelids neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάρῳ — βλέφαρον eyelids neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλέφαρα — βλέφαρον eyelids neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλεφάροις — βλέφαρον eyelids neut dat pl (doric aeolic) γλέφαρον eyelids neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.